Γεωπολιτική Αστάθεια: Οι επιπτώσεις από την άνοδο του πετρελαίου

Η αναστάτωση στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική έχει προβληματίσει αρκετούς τόσο ως προς την βιαιότητα αλλά και ως προς την επίδραση στις τιμές του πετρελαίου και κατ’επέκταση στο πληθωρισμό. Στα τρέχοντα επίπεδα ($107/βαρέλι) το αργό πετρέλαιο (West Texas Intermediate – WTI) καταγράφει σημαντική άνοδο (+40% το τελευταίο 6μηνο) προσεγγίζοντας τα υψηλά 30 μηνών και προκαλώντας έντονες ανησυχίες, καθώς είναι ένας παράγοντας που θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία ανάκαμψης της παγκόσμιας αγοράς και επομένως να οδηγήσει τις μετοχικές αγορές σε πτώση.

 

Αργό Πετρέλαιο (West Texas Intermediate)

 

 

Μετά από την άνοδο στις τιμές των τροφίμων οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν υψηλότερες τιμές για πετρέλαιο κίνησης, θέρμανσης και δεν είναι λίγοι οι κλάδοι που θα δεχτούν πίεση στα περιθώρια κέρδους τους π.χ. αεροπορικές εταιρείες, αυτοκινητοβιομηχανίες, ταξίδια-αναψυχή. Στην αντίπερα όχθη, ο κλάδος των τροφίμων ιστορικά εμφανίζεται ιδιαίτερα ανθεκτικός στις αυξημένες ενεργειακές τιμές ενώ οι κλάδοι σχετικοί με την ενέργεια καταγράφουν σημαντικά οφέλη.

Η επίδραση των υψηλών τιμών στο «μαύρο χρυσό» έχει άμεσο αντίκτυπο στον πληθωρισμό, όπου σε συνδυασμό με την υψηλή ανάπτυξη τις αναδυόμενες αγορές προκαλεί πονοκέφαλο στους κεντρικούς τραπεζίτες και κατ’ επέκταση οδηγεί σε άνοδο επιτοκίων.  Ήδη, οι περισσότερες αναδυόμενες χώρες έχουν μπει σε ανοδικό κύκλο επιτοκίων (δείτε σχετικά προηγούμενη ανάρτηση) και αντίστοιχη πολιτική υιοθετούν και οι ανεπτυγμένες χώρες, με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα να αυξάνει προ εβδομάδος στο παρεμβατικό επιτόκιο από το 1% στο 1,25%.

Στις αναδυόμενες αγορές, συγκριτικά με τις ανεπτυγμένες αγορές, ο δείκτης πληθωρισμού επηρεάζεται κυρίως από τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, οπότε κάθε άνοδος δημιουργεί επιπλέον προβλήματα.

 

Βαρύτητα των τιμών των τροφίμων και ενέργειας στον δείκτη πληθωρισμού

 

 

Παρά όλα αυτά,  υπάρχουν αρκετές χώρες που έχουν ήδη φροντίσει να κατανείμουν τις ανάγκες σε ενέργεια σε άλλους πόρους στην προσπάθεια να ελαττώσουν την εξάρτηση τους από το πετρέλαιο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα γίνεται μια προσπάθεια επένδυσης στην πράσινη ενέργεια και αρκετές χώρες έχουν βάλει στόχο τα επόμενα χρόνια ένα μεγάλο μέρος των ενεργειακών αναγκών να καλύπτεται από ανανεώσιμές πηγές ενέργειας. Τέτοιες πρωτοβουλίες προχώρησαν αρχικά με την βοήθεια κρατικών επιδοτήσεων αλλά πλέον με τα περισσότερα ανεπτυγμένα κράτη “πνιγμένα” στα δανεισμό υπάρχουν πλέον αμφιβολίες για την συνέχιση της ραγδαίας ανάπτυξης στο κλάδο της πράσινης ενέργειας.

Επιπλέον, επανέρχονται στο προσκήνιο οι εκτιμήσεις ότι με την συνεχιζόμενη ανάπτυξη στις αναδυόμενες αγορές τα ενεργά αποθέματα πετρελαίου δεν θα είναι αρκετά να καλύψουν τις ανάγκες αρκετών χωρών.

Οι άμεσα κερδισμένοι από τις ξαφνικές ανόδους στις τιμές του πετρελαίου είναι όλες εκείνες οι χώρες που είναι καθαροί εξαγωγείς πετρελαίου όπως η Νορβηγία, Ρωσία, Καναδάς και Μαλαισία. Στην αντίπερα όχθη, χώρες που είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας και οι εισαγωγές αυτές αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ του είναι περισσότερο ζημιωμένες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Ταϋλάνδη, Ινδία και Κορέα (10%, 7% και 7% του ΑΕΠ τους αντίστοιχα).
Η αναστάτωση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και στη Βόρεια Αφρική προβληματίζει και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πια θα είναι η τελική κατάληξη. Η στρατιωτική επέμβαση διεθνών δυνάμεων ενάντια στην Λιβύη δεν ανέκοψε την ανοδική προεία του πετρελαίου και είναι αβέβαιο αν τελικά είναι ικανή να επαναφέρει την ηρεμία στην ευρύτερη περιοχή. Φαίνεται πάντως ότι στο επόμενο διάστημα θα ενταθούν οι πρωτοβουλίες απεξάρτησης από το πετρέλαιο μέσω της στροφής σε άλλες πηγές ενέργειας καθώς είναι βέβαιο ότι η εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή και τις λεγόμενες χώρες του ΟΠΕΚ είναι δυνατόν να δημιουργεί αστάθεια στην παγκόσμια ανάπτυξη.

Πληθωρισμός: Ο επόμενος πονοκέφαλος των κεντρικών τραπεζών

Ενώ οι ανεπτυγμένες αγορές προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κρίση χρέους και τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και προς το παρόν αδιαφορούν για τον πληθωρισμό, η κατάσταση στις αναδυόμενες αγορές, και ιδιαίτερα στην Κίνα και την Ινδία είναι εντελώς διαφορετική. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης των τελευταίων ετών έχουν ως συνέπεια την έξαρση του πληθωρισμού, ενός εκ των χειρότερων εχθρών κάθε κεντρικού τραπεζίτη. Το 2011 αναμένεται να είναι η χρονιά ανοδικών επιτοκίων για αρκετές οικονομίες προκειμένου να τιθασευτεί ο υψηλός πληθωρισμός.

Αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις ανά τον κόσμο με τις Ασιατικές χώρες να επιβαρύνονται περισσότερο καθώς είναι εισαγωγείς πρώτων υλών.

Η Κίνα ανακοίνωσε ότι ο πληθωρισμός για τον Ιανουάριο έφτασε το 4,9%, με τις τιμές των τροφίμων να αυξάνονται κατά 10,3%(!) και να προκαλούν ανησυχίες για την δυνατότητα της κυβέρνησης να ελέγξει την συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών.

  • Πως αντέδρασε η Κεντρική Τράπεζα της Κίνας;

Κίνα: Βασικό Επιτόκιο Δανεισμού 1 έτους

Οι τρείς (3) συνεχόμενες αυξήσεις στα επιτόκια, από τα μέσα Οκτώβριου, έφεραν το βασικό επιτόκιο δανεισμού για ένα έτος στο 6,06% αλλά και πάλι ο πληθωρισμός συνεχίζει να αυξάνεται. Σε μια πρόσθετη κίνηση να συγκρατήσει την υπερ-θέρμανση της οικονομίας η Κεντρική Τράπεζα αύξησε το ποσοστό των ελάχιστων αποθεματικών των τραπεζών, ενώ μόλις πριν δυο χρόνια υπό τον φόβο της παγκόσμιας πιστωτικής κρίσης έκανε ακριβώς τις αντίθετες κινήσεις.
Οι Κινέζοι καταθέτες στην προσπάθεια τους να προστατεύσουν την αξία των χρημάτων τους έναντι του πληθωρισμού αγοράζουν ακίνητα, εμπορεύματα, ακόμα και καταναλωτικά αγαθά.

Ινδία: Βασικό Επιτόκια Δανεισμού

Η κατάσταση στις υπόλοιπες αναδυόμενες αγορές δεν διαφέρει καθώς χώρες όπως η Ινδία, Βραζιλία, Ινδονησία αυξάνουν επίσης τα επιτόκια προκειμένου να αντιμετωπίσουν την απειλή του αυξανόμενου πληθωρισμού.

Ένας επιπλέον παράγοντας που επιτείνει τις ανησυχίες των κεντρικών τραπεζών είναι η αναστάτωση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή αναμένεται να επηρεάσει  ανοδικά τις τιμές του πετρελαίου, ακόμα ενός  σημαντικού παράγοντα για την πορεία του πληθωρισμού.

Πριν ακόμα λοιπόν επιλυθεί το πρόβλημα του υπερδανεισμού των ανεπτυγμένων χωρών, ο πληθωρισμός έρχεται ιδιαίτερα απειλητικός και αναμένεται να οδηγήσει σε σταδιακή αύξηση των επιτοκίων ανά τον κόσμο. Ήδη οι πρώτες ενδείξεις για τον πληθωρισμό στην Αγγλία και την Γερμανία είναι ανησυχητικές και απειλούν τις αποδόσεις των ομολογιακών επενδυτών.

Όσο οι προσδοκίες για άνοδο του πληθωρισμού αυξάνονται τόσο οι επενδυτές προσπαθούν να προστατεύσουν την αξία του χαρτοφυλακίου τους. Το τελευταίο διάστημα έχουν αυξηθεί σημαντικά οι αγορές ομόλογων με προστασία έναντι του πληθωρισμού (inflation-linked bonds) ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που επιλέγουν εναλλακτικούς τρόπους προστασίας από τον πληθωρισμό, όπως εμπορεύματα και μετοχές εταιρειών, των όποιων η πορεία εξαρτάται από τις τιμές των τροφίμων. Τέλος, υπάρχει σταδιακή αύξηση της ζήτησης σε διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια εμπορευμάτων (Exchange Traded Funds – ETFs) πιστεύοντας ότι οι τιμές των εμπορευμάτων θα συνεχίσουν την ανοδική πορεία.

Ο πληθωρισμός θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την πορεία των μετοχικών αγορών το 2011 και από οι ενδείξεις είναι ότι δύσκολα θα τιθασευτεί.

Τι να προσέξετε όταν επενδύετε σε ομόλογα

Διανύουμε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την ελληνική και παγκόσμια οικονομία και οι ιδιώτες επενδυτές οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις επενδυτικές τους επιλογές. Είναι καλό να επιδιώκουν να ενημερώνονται αναλυτικά για τα επιμέρους χαρακτηριστικά του κάθε προϊόντος που σκέφτονται να τοποθετήσουν τα χρήματά τους και να μην στέκονται μόνο στην προσδοκώμενη απόδοση. Έχοντας σαν γνώμονα αυτό θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε με απλά λόγια κάποια γενικά χαρακτηριστικά της αγοράς ομολόγων καθώς και τις ιδιαιτερότητες που επικρατούν αναφορικά με τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Όσο και αν ακούγεται παράξενο η επένδυση σε ομόλογα ενέχει επενδυτικό κίνδυνο, ο οποίος όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδιος με αυτόν των μετοχών. Αν και τα ομόλογα αποτελούν επενδύσεις σταθερού εισοδήματος (fixed income) το ενδεχόμενο να υπάρξουν διακυμάνσεις στην τιμή τους, ακόμα και απώλεια του κεφαλαίου δεν αποκλείεται. Η εμφάνιση σύνθετων ομολόγων περιπλέκει την διαδικασία λήψης επενδυτικής απόφασης εκ μέρους των επενδυτών, καθώς αρκετές φορές οι επαγγελματίες του χώρου δεν ενημερώνουν επαρκώς για τα χαρακτηριστικά της κάθε έκδοσης τους επενδυτές.

Ένα ομόλογο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα δάνειο που δίνουμε σε επιχειρήσεις ή κυβερνήσεις που έχουν ανάγκη από χρηματοδότηση και για αντάλλαγμα εισπράττουμε ανά τακτά χρονικά διαστήματα (συνήθως εξάμηνο ή έτος) ένα εισόδημα/τόκο–>κουπόνι, καθώς και το αρχικό κεφάλαιο της επένδυσης στη λήξη του δανείου/ομολόγου.
Ένας βασικός παράγοντας διαμόρφωσης της τιμής των ομολόγων είναι τα επιτόκια της αγοράς. Η σχέση τιμής ομολόγου με το επιτόκιο της αγοράς είναι αντίστροφη, δηλαδή όταν πέφτουν τα επιτόκια, ανεβαίνουν οι τιμές των ομολόγων και αντιστρόφως. Πέρα από τον κίνδυνο επιτοκίου, δηλαδή την πιθανότητα να μειωθεί η τιμή του ομολόγου από αύξηση των επιτοκίων, υπάρχει και ο πιστωτικός κίνδυνος, δηλαδή ο κίνδυνος αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του εκδότη του κεφαλαίου και των εναπομεινάντων κουπονιών. Ο βασικός παράγοντας που καθορίζει το μέγεθος του πιστωτικού κινδύνου είναι η χρηματοοικονομική κατάσταση του εκδότη.
Τα τελευταία εκατό χρόνια η πιστοληπτική ικανότητα των ομολόγων αξιολογείται από εξειδικευμένες εταιρείες, όπως η Standard & Poor’s, Moody’s, Fitch. Σκοπός της κάθε εταιρείας αξιολόγησης είναι να μετρήσει την πιθανότητα χρεοκοπίας του εκδότη λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά από ποσοτικούς και ποιοτικούς παράγοντες. Η βαθμολόγηση προκύπτει κατά ένα μεγάλο βαθμό από το τρέχον επίπεδο και την τάση βασικών χρηματοοικονομικών δεικτών του εκδότη. Οι βασικές κατηγορίες χρηματοοικονομικών δεικτών που λαμβάνονται υπόψη είναι: δείκτες κάλυψης δανειακών αναγκών, δανεισμού, ρευστότητας και κερδοφορίας. Οι βαθμοί αξιολόγησης κυμαίνονται από ΑΑΑ  (τα πλέον ασφαλή ) έως D (ομόλογα σε πτώχευση).

Πίνακας 1: Κλίμακες Διαβάθμισης Πιστοληπτικής Ικανότητας

Ανάλογα με τον βαθμό πιστοληπτικής ικανότητας διακρίνουμε τα ομόλογα σε δυο βασικές κατηγορίες, τα ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας (investment grade) και τα ομόλογα υψηλής απόδοσης  (junk/ high yield bonds) ή διαφορετικά κερδοσκοπικά ομόλογα (speculative grade). Όσα ομόλογα αξιολογούνται με ΒΒΒ και άνω  (βάση S&P, Fitch) ή Baa και άνω (βάση Moody’s) θεωρούνται υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας ενώ τα ομόλογα με χαμηλότερους βαθμούς πιστοληπτική ικανότητας εμπίπτουν στην κατηγορία των κερδοσκοπικών ομολόγων. Τα κερδοσκοπικά ομόλογα έχουν αυξημένη πιθανότητα πτώχευσης και συνήθως υπόσχονται υψηλές αποδόσεις για να προσελκύσουν επενδυτικά κεφάλαια.

Ο βαθμός πιστοληπτικής ικανότητας ενός εκδότη ομολόγου είναι πολύ σημαντικός τόσο για τον ίδιο τον εκδότη όσο και για τον επενδυτή-αγοραστή του ομολόγου. Κατ’ αρχήν τα περισσότερα ομόλογα που εκδίδονται αγοράζονται από θεσμικούς επενδυτές (συνταξιοδοτικά ταμεία, αμοιβαία κεφάλαια κτλ), οι οποίοι συνήθως έχουν περιορισμούς στην ποιότητα των ομολόγων που μπορούν να αγοράζουν. Αν η πιστοληπτική ικανότητα ενός εκδότη επιδεινωθεί σημαντικά είναι πολύ πιθανό πλέον να αδυνατεί να αντλήσει νέα κεφάλαια από έκδοση ομολόγων, καθώς θα είναι αποτρεπτικό για πολλούς δυνητικούς αγοραστές-επενδυτές να τοποθετηθούν. Επιπλέον, αρκετές εκδόσεις ομολόγων προβλέπουν αύξηση του κουπονιού που πληρώνει ο εκδότης σε περίπτωση που μειωθεί η πιστοληπτική του ικανότητα, δηλαδή αυξάνεται το κόστος κεφαλαίου για τον εκδότη. Η αύξηση του κόστους κεφαλαίου συνεπάγεται την ανάγκη για μεγαλύτερη αποδοτικότητα των επενδύσεων που κάνει ο εκδότης, προκειμένου να είναι σε θέση να πληρώσει τουλάχιστον το κόστος του κεφαλαίου.

Η πιστοληπτική διαβάθμιση ενός ομολόγου αντικατοπτρίζει την πιθανότητα πτώχευσης ή αδυναμίας πληρωμών και έχει άμεσο αντίκτυπο στην απόδοση του ομολόγου καθώς οι επενδυτές θα σπεύσουν να πουλήσουν το ομόλογο, διαμορφώνοντας την τιμή του ομολόγου χαμηλότερα, μετακινώντας τα κεφάλαια τους σε ασφαλέστερες μορφές επένδυσης. Τέλος, σε περιόδους χαμηλής ρευστότητας, όπως αυτή που διανύουμε, η πιστοληπτική αξιολόγηση των ομολόγων είναι κρίσιμη καθώς οι τράπεζες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα κρατικά ομόλογα που έχουν στο χαρτοφυλάκιο τους σαν ενέχυρο για την παροχή σχετικά φθηνής ρευστότητας (χαμηλό επιτόκιο δανεισμού) από την κεντρική τράπεζα.